Ἐρινυώδης

Ἐρῑνῠώδης, ες,
A like the Ἐρινύες, Plu.2.458c ; συκοφαντίαι ib.602e.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερινυώδης — ἐρινυώδης, ους, ες (Α) [Ερινύς] αυτός που μοιάζει ή αρμόζει στις Ερινύες, ο μανιώδης …   Dictionary of Greek

  • Ἐρινυῶδες — Ἐρινυώδης like the masc/fem voc sg Ἐρινυώδης like the neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐρινυώδεις — Ἐρινυώδης like the masc/fem acc pl Ἐρινυώδης like the masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐρινυώδους — Ἐρινυώδης like the masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.